Στα χαρτιά, η Ελλάδα έκανε το βήμα. Ο νόμος 4830 του ’21 ήρθε σαν μια υπόσχεση δικαιοσύνης. Το έγκλημα κατά ενός ζώου έγινε κακούργημα. Οι ποινές ανέβηκαν, τα πρόστιμα έγιναν δυσβάσταχτα, και η κοινωνία πίστεψε, για μια στιγμή, πως η βαρβαρότητα θα είχε επιτέλους τίμημα.
Όμως, η δικαιοσύνη δεν αποδίδεται στα χαρτιά. Αποδίδεται στις αίθουσες. Κι εκεί, πίσω από τις βαριές ξύλινες έδρες, ο νόμος συχνά προσκρούει σε έναν τοίχο από αρχαϊκές αντιλήψεις. Παρατηρούμε μια οδυνηρή αντίφαση: Ενώ η κοινωνία προχωρά, ένα μέρος του δικαστικού σώματος μοιάζει εγκλωβισμένο σε μια ιεραρχία ζωής που δεν έχει θέση στον 21ο αιώνα.
Για πολλούς λειτουργούς της έδρας, τα ζώα παραμένουν παιδιά ενός κατώτερου Θεού. Στα μάτια τους, μια κακοποίηση, ένας πνιγμός, μια εγκατάλειψη, είναι «πταίσματα» μπροστά στις «σοβαρές» υποθέσεις των ανθρώπων. Βλέπουμε κατηγορούμενους με ακράδαντα στοιχεία να αποχωρούν με αναστολές, σαν να τους δίνεται ένα συγχωροχάρτι για την επόμενη φορά. Βλέπουμε αντιδημάρχους που πρωτόδικα καταδικάστηκαν για την άθλια κατάσταση των κυνοκομείων τους, να αθωώνονται στα Εφετεία με νομικίστικα τεχνάσματα και δικαιολογίες περί «έλλειψης κονδυλίων».
Ποιο είναι το μήνυμα που στέλνει αυτή η δικαιοσύνη; Ότι η ζωή του αδύναμου είναι διαπραγματεύσιμη. Ότι το πρόστιμο των χιλιάδων ευρώ είναι ένας αριθμός σε ένα χαρτί που ίσως δεν εισπραχθεί ποτέ. Ότι ο πόνος ενός πλάσματος που δεν έχει φωνή, ζυγίζει λιγότερο από την «κοινωνική θέση» ή το «λευκό ποινικό μητρώο» του θύτη του.
Η τήρηση του νόμου δεν είναι προαιρετική. Είναι η ελάχιστη υποχρέωση ενός πολιτισμένου κράτους. Όταν η έδρα κλείνει τα μάτια στην κακοποίηση, δεν αδικεί μόνο το ζώο. Αδικεί τον ίδιο τον πολιτισμό μας. Γιατί η δικαιοσύνη που επιλέγει ποιους θα προστατέψει, παύει να είναι δικαιοσύνη και γίνεται απλώς… ανοχή στη βαρβαρότητα.



