Μια καθοριστική ανατροπή έχει φέρει απο το 2024 η εγκύκλιος του Υπουργείου, η οποία επανακαθορίσε πλήρως το νομικό και επιχειρησιακό πλαίσιο γύρω από τη διαχείριση και τον χαρακτηρισμό των αδέσποτων ζώων. Πλέον, δεν χαρακτηρίζεται εύκολα ένας σκύλος ως επικίνδυνος, καθώς θεσπίζονται εξαιρετικά αυστηρά και αντικειμενικά κριτήρια.
Η εξέλιξη αυτή θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική για την προστασία των ζώων συντροφιάς στη χώρα μας. Πριν την έκδοση της εγκυκλίου, η διαδικασία χαρακτηρισμού ενός ζώου ως «επικίνδυνου» βασιζόταν συχνά σε υποκειμενικές εκτιμήσεις ή μεμονωμένα περιστατικά, γεγονός που οδηγούσε σε άδικες αποφάσεις και απομόνωση πολλών τετράποδων. Ωστόσο, η εγκύκλιος με θέμα “Εγκύκλιος για τον χαρακτηρισμό ενός αδέσποτου ζώου συντροφιάς ως επικίνδυνο” έρχεται να αποκαταστήσει την ισορροπία, εστιάζοντας στην πραγματική συμπεριφορά του ζώου και στις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδηλώνεται η όποια επιθετική τάση.
Τι αλλάζει με τη εγκύκλιο και τα νέα αυστηρά κριτήρια
Πρώτα απ’ όλα, το Υπουργείο έχει βάλει πολύ αυστηρότερα κριτήρια για να χαρακτηριστεί ένα αδέσποτο ως επικίνδυνο. Επιπλέον, ξεκαθαρίζεται ότι η λήψη μιας τέτοιας σοβαρής απόφασης δεν μπορεί να βασίζεται σε πρόχειρες αναφορές. Αντίθετα, απαιτείται εμπεριστατωμένη μελέτη της συμπεριφοράς του ζώου από τις αρμόδιες πενταμελείς επιτροπές των Δήμων.
Συγκεκριμένα, με βάση τις οδηγίες, δεν αρκεί ένα μεμονωμένο περιστατικό για να σφραγίσει τη μοίρα ενός ζώου. Για να θεωρηθεί ένας αδέσποτος σκύλος απειλή για τη δημόσια ασφάλεια, η επιθετικότητα πρέπει να είναι επανειλημμένη, απρόκλητη και εντελώς αδικαιολόγητη. Αυτό σημαίνει ότι εξετάζεται το ιστορικό του σκύλου σε βάθος χρόνου και δεν λαμβάνεται υπόψη μια μοναδική στιγμή έντασης, η οποία μπορεί να οφειλόταν σε εξωτερικούς παράγοντες.
Ποιες περιπτώσεις εξαιρούνται από τον χαρακτηρισμό
Συνεπώς, το νομικό πλαίσιο γίνεται πιο δίκαιο, καθώς αναγνωρίζεται ότι οι σκύλοι, όπως και όλα τα έμβια όντα, αντιδρούν στο περιβάλλον τους. Για τον λόγο αυτό, η εγκύκλιος ορίζει ρητά ότι εξαιρούνται κατηγορηματικά οι περιπτώσεις όπου ο σκύλος ενεργεί υπό καθεστώς πίεσης. Ειδικότερα, ένας σκύλος ΔΕΝ χαρακτηρίζεται επικίνδυνος όταν:
- Αμύνεται: Εάν το ζώο δεχθεί επίθεση ή απειλή από άνθρωπο ή άλλο ζώο και προσπαθήσει να προστατεύσει τον εαυτό του.
- Πονάει: Όταν το ζώο υποφέρει από κάποιον τραυματισμό ή ασθένεια, καθώς ο πόνος προκαλεί ενστικτώδη αντιδραστικότητα.
- Φοβάται: Σε καταστάσεις έντονου στρες, εγκλωβισμού ή κακοποίησης, όπου ο φόβος οδηγεί σε άμυνα.
- Προστατεύει την τροφή του: Όταν εκδηλώνει το φυσικό ένστικτο προστασίας των πόρων του, του ζωτικού του χώρου ή των μικρών του.
Οι αρμόδιες επιτροπές οφείλουν πλέον να συνεκτιμούν όλα τα παραπάνω στοιχεία πριν από οποιαδήποτε απόφαση. Εάν αποδειχθεί ότι η συμπεριφορά του σκύλου πυροδοτήθηκε από κάποιον από αυτούς τους παράγοντες, τότε το ζώο απαλλάσσεται από τον χαρακτηρισμό του επικίνδυνου.
Η σημασία για την ευζωία των αδέσποτων ζώων
Συμπερασματικά, η αυτή εγκύκλιος αποτελεί ένα τεράστιο βήμα προς την ορθή κατεύθυνση για την προστασία των δικαιωμάτων των ζώων στην Ελλάδα. Από τη μία πλευρά, διασφαλίζεται η δημόσια υγεία και ασφάλεια μέσα από αντικειμενικούς ελέγχους. Από την άλλη πλευρά, όμως, σταματάει ο άδικος διωγμός ζώων που απλώς αντέδρασαν με βάση τα φυσικά τους ένστικτα σε συνθήκες απειλής.
Τέλος, καθίσταται σαφές ότι η διαχείριση των αδέσποτων περνά σε μια νέα, πιο επιστημονική και ανθρώπινη εποχή. Οι Δήμοι και οι φιλοζωικές οργανώσεις έχουν πλέον στα χέρια τους ένα ξεκάθαρο εργαλείο, το οποίο εγγυάται ότι κανένας σκύλος δεν θα στερηθεί την ευκαιρία για υιοθεσία ή επανένταξη εξαιτίας μιας παρερμηνευμένης συμπεριφοράς.



