Πίσω από στριφνές και δυσκολονόητες νομικές εκφράσεις κρύβονται ειδήσεις που αλλάζουν δραματικά το τοπίο. Μία τέτοια περίπτωση είναι απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ). Είναι η με αριθμό 1514/2025 του Δ’ Τμήματος του ενός εκ τριών ανωτάτων δικαστηρίων της χώρας. Υπό τη στριφνή φράση «Αναίρεση επί διαφοράς προστίμων για κακοποίηση και θανάτωση ζώων συντροφιάς κατ’ άρ. 16 περ. α και 21 παρ. 1 περ. 39 ν. 4039/2012» κρύβεται ένας θησαυρός για το χώρο της φιλοζωίας. Κατ’ ουσία ένας καταδικασμένος με πολύ ελαφριά ποινή, από δικαστές ποινικών δικαστηρίων, κακοποιητής ζώων (βασάνισε ή και σκότωσε 9 ζώα) προσέφυγε στις διαδικασίες των διοικητικών δικαστηρίων για να ακυρωθεί το πρόστιμο των 30.000 ευρώ που του είχε επιβληθεί για κάθε μία από αυτές τις απαίσιες πράξεις του. Εκεί ήρθε το χαστούκι από το ΣτΕ τόσο στον ίδιο όσο και στους δικαστές που δικάζουν τις ποινικές κυρώσεις και τιμωρούν με ποινές-χάδια…

Η κακοποίηση ζώων οδηγεί στην κακοποίηση ανθρώπων
Ούτε λίγο ούτε πολύ οι δικαστές του ΣτΕ «καταχαιριάζουν» τους δικαστές των ποινικών δικαστηρίων για την εξαιρετικά διαδεδομένη πρακτική τους να τιμωρούν με ποινές-χάδια όσους κακοποιούν ζώα! Πρόκειται για πρακτική που έχει ξεσηκώσει πολλές φορές την οργή των φιλόζωων που καταγγέλλουν περιπτώσεις κακοποίησης, ταλαιπωρούνται επί μακρόν στις δικαστικές αίθουσες από το σύστημα απονομής της ελληνικής Δικαιοσύνης για να εισπράξουν εν τέλει την ποινή χάδι στον καταγγελλόμενο! Παρότι είναι σαφές και το έχει αποδεχθεί και η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, ότι όταν κάποιος φτάνει στο σημείο να κακοποιεί ακόμη και να θανατώνει ζώα τότε είναι πολύ πιθανό να το επαναλάβει και σε ανθρώπινες ζωές. Αυτός είναι και ο λόγος των τόσων αυστηρών προβλεπόμενων ποινών. Ο νομοθέτης για να αποτρέψει τέτοια φαινόμενα έχει επιβάλλει εξαιρετικά μεγάλες κυρώσεις τόσο σε ποινές φυλάκισης ακόμη και κάθειρξης όσο και σε πρόστιμα.
Τι κρίθηκε
Το ζήτημα που απασχόλησε το Συμβούλιο της Επικρατείας είναι αν πρέπει να επιβληθεί το ευμέγεθες διοικητικό πρόστιμο των 30.000 ευρώ όταν έχει επιβληθεί η κατάλληλη ποινή φυλάκισης. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι με βάση την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δεν γίνεται να επιβληθούν δύο εξοντωτικές ποινές μία μεγάλη ποινή φυλάκισης και ένα μεγάλο πρόστιμο. Το ΣτΕ αναφέρει επί λέξει: «Οι ποινικές και διοικητικές διαδικασίες επιβολής κυρώσεων που προβλέπονται για τις παραβάσεις του άρ. 16 περ. α είναι διακριτές και δεν συνδέονται στενά μεταξύ τους, η δε διοικητική κύρωση (πρόστιμο 30.000 ευρώ ανά ζώο και περιστατικό), τιμωρητικού κυρίως σκοπού, είναι «ποινικής» κατ’ ουσίαν φύσης. Κατ’ ουσία το δικαστήριο εφάρμοσε αυτά που είναι γνωστά στους δικηγόρους που ασχολούνται με τα ανθρώπινα δικαιώματα ως «κριτήρια νομολογίας Engel» και έχουν διαμορφωθεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Όπως λοιπόν αποφάνθηκε το ΣτΕ «, αμετάκλητη καταδικαστική ποινική απόφαση για τις ίδιες παραβάσεις που εκδίδεται εκκρεμούσης της διοικητικής δίκης δεσμεύει τον διοικητικό δικαστή, κατ’ εφαρμογή της αρχής ne bis in idem, να ακυρώσει τη διοικητική κύρωση, υπό την απαραίτητη προϋπόθεση ότι η ποινική κύρωση που έχει επιβληθεί είναι αποτελεσματική, ανάλογη της παράβασης και αποτρεπτική.
Ο «θησαυρός» της απόφασης του ΣτΕ
Όπως λοιπόν αποφάνθηκαν οι ανώτατοι δικαστές του Συμβουλίου της Επικρατείας κατ’ εφαρμογή πρόσφορων κριτηρίων (ύψος ποινής, μη επιβολή χρηματικής ποινής, αναστολή εκτέλεσης) το δικάσαν δικαστήριο εκτίμησε ότι η ποινική κύρωση ήταν ιδιαζόντως ελαφριά, μη ικανή να καταστείλει αποτελεσματικά τις σοβαρές διοικητικές παραβάσεις της κακοποίησης ζώων σε εννέα περιπτώσεις και κατ’ ορθή ερμηνεία των διατάξεων έκρινε ότι η ποινική απόφαση δεν παράγει δέσμευση προς ακύρωση, άνευ ετέρου, της διοικητικής κύρωσης προβαίνοντας σε περαιτέρω εξέταση της συμβατότητάς της με την αρχή της αναλογικότητας.
Γιατί είναι τόσο βαριές οι ποινές
Σύμφωνα με τους ανώτατους δικαστές της χώρας «Ο νομοθέτης εισήγαγε ένα πλήρες σύστημα κυρώσεων για τις παραβάσεις των κανόνων ευζωίας των ζώων συντροφιάς, προβλέποντας για κάθε παράβαση και το επιβλητέο πρόστιμο, ανάλογα με το είδος και τη βαρύτητα κάθε κατηγορίας κολαζόμενης παράβασης σε συνάρτηση με τη σπουδαιότητα του εκάστοτε διακυβευόμενου έννομου αγαθού, ενσωματώνοντας τις απαιτήσεις της αρχής της αναλογικότητας σε επίπεδο νόμου. Ειδικώς, για τις περιπτώσεις βασανισμού και κακοποίησης των ζώων -ήτοι εμβίων όντων που συναισθάνονται, πονούν και υποφέρουν- υπό τις ειδεχθείς συνθήκες που περιγράφονται ενδεικτικώς στο άρθρο 16 περ. α επιφύλαξε, ενόψει της φύσης, της σοβαρότητας και της ηθικής απαξίας τους, την αυστηρότερη των κυρώσεων, ήτοι πρόστιμο ανελαστικού ύψους 30.000 ευρώ για κάθε ζώο και για κάθε περιστατικό, αρκούντος αποτρεπτικό ώστε να παταχθεί η συνεχιζόμενη κακοποίηση των ζώων και να επιτευχθεί ο δημοσίου συμφέροντος σκοπός της προστασίας τους σύμφωνα με τις διεθνείς δεσμεύσεις της χώρας.
Τι είναι τα κριτήρια Engel και η αρχή «ne bis in idem»
Τα κριτήρια νομολογίας Engel αποτελούν ένα σύνολο παραμέτρων που έχουν διαμορφωθεί από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) για τον προσδιορισμό του ποινικού χαρακτήρα μιας παράβασης ή ενός μέτρου, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό που του αποδίδει το εθνικό δίκαιο.
Σύμφωνα με τη νομολογία του ΣτΕ, τα κριτήρια Engel είναι τρία και λειτουργούν καταρχήν διαζευκτικά (χωρίς να αποκλείεται η συνεκτίμηση του δεύτερου και του τρίτου κριτηρίου):
–Ο χαρακτηρισμός του μέτρου κατά το εθνικό δίκαιο: Εξετάζεται αν το μέτρο χαρακτηρίζεται ως ποινικό στο εθνικό δίκαιο.
–Η φύση του μέτρου: Εξετάζεται ιδίως αν το μέτρο σκοπεί στην πρόληψη και την τιμωρία, καθώς και αν αφορά το σύνολο των κοινωνών ή γενική κατηγορία τους και όχι μία ειδική κατηγορία προσώπων.
–Το είδος του απειλούμενου μέτρου σε συνδυασμό με τη βαρύτητά του: Εξετάζεται ιδίως αν προσιδιάζει σε ποινή του ποινικού δικαίου (όπως είναι η στέρηση της ελευθερίας και η υψηλή χρηματική κύρωση) και επιπλέον έχει κάποια βαρύτητα και όχι σε τυπική πειθαρχική ποινή, έστω και ιδιαίτερα σοβαρή.
Τα κριτήρια αυτά εφαρμόζονται για να καθοριστεί αν ένα μέτρο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που αφορά το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, καθώς και για την εφαρμογή της αρχής ne bis in idem του άρθρου 4 του Πρωτοκόλλου Νο.7 της ΕΣΔΑ. Η αρχή «ne bis in idem» σημαίνει σε πιστή απόδοση από τα λατινικά «όχι δύο φορές για το ίδιο πράγμα» και αναφέρεται στην αρχή ότι ένα άτομο δεν μπορεί να διωχθεί ή να καταδικαστεί δύο φορές για το ίδιο αδίκημα.



