Ξαφνικά βρήκαν μέσα στα ηλεκτρονικά καφενεία που ονομάζονται social media οι haters και οι lovers βρήκα πεδίο δόξης λαμπρό… Ένα λευκό κουτάβι που συμβιώνει με μία αγέλη λύκων, εγείρει αν μη τι άλλο συναισθήματα… Είναι όμως η τραγική κατάληξη αυτής τη ιστορίας που έφερε έναν ορυμαγδό απαξιωτικών αλλά και υποστηρικτικών σχολίων για την ομάδα Golden Jackal Canis aureus and Wolf Canis lupus – in Greece που έφερε στην επιφάνεια το γεγονός της συμβίωσης Λύκων με σκύλο. Ολο αυτό το παραλήρημα ανάγκασε την ομάδα αυτή που διαπρέπει στην παρατήρηση της άγριας ζωής να αποσύρει μαζί με οτιδήποτε σχετικό για αυτή την συνύπαρξη τις αναρτήσεις της. Εμεις στο News4pet αφήνουμε στην άκρη την ψυχοπαθολογία των haters και των lovers και πάμε στην ουσία. Θέλουμε οι αναγνώστες μας να προσεγγίζουν όλα τα ζητηματα από την άποψη της επιστήμης και όχχι από τις εικασίες, τις οιμωγές όσων ψάχνουν την ουσία της ζωής μέσα από τη διατύπωση της αποψάρας τους.
Η δική μας αξιολόγηση της απόφασης των ερευνητών
Θα ήταν άδικο και επιστημονικά επιπόλαιο να αποδοθεί στην ομάδα συνειδητή εγκατάλειψη ενός ετοιμοθάνατου ζώου, με βάση τα σημερινά διαθέσιμα στοιχεία.
Η εξήγηση ότι η αρχική νωθρότητα αποδόθηκε στη ζέστη, η πιθανή διάρροια αναγνωρίστηκε αναδρομικά μετά την επανεξέταση του υλικού και η άμεση σύλληψη ήταν επιχειρησιακά εξαιρετικά δύσκολη λόγω της θέσης της αγέλης, είναι απολύτως πιθανή και επιστημονικά εύλογη.
Όμως δεν σημαίνει ότι η διαχείριση ήταν η βέλτιστη δυνατή.
Η δική μας κρίση με βάση το ρεπορταζ που έχουμε κάνει μπορεί να συμπυκνωθεί στα εξής:
Κατά την πρώτη περίοδο συμβίωσης: Δεν ήταν επιβεβλημένη μια βίαιη άμεση σύλληψη. Ήταν όμως σκόπιμο ήδη να υπάρχει σχέδιο μελλοντικής ασφαλούς απομάκρυνσης, τόσο για την ευζωία του σκύλου όσο και για λόγους conservation.
Με την πρώτη βάσιμη ένδειξη διάρροιας: Έπρεπε να χαρακτηριστεί το περιστατικό ως πιθανό κτηνιατρικό επείγον.
Από τη στιγμή που υπήρχε βαριά καταβολή και δυσχέρεια κίνησης: Η μη παρέμβαση μπορούσε να γίνει αποδεκτή μόνο εφόσον είχε προηγηθεί τεκμηριωμένη εκτίμηση από τις αρμόδιες υπηρεσίες ότι η επιχείρηση δημιουργούσε μεγαλύτερο συνολικό κίνδυνο από το αναμενόμενο όφελος.
Η απόφαση δεν έπρεπε ιδανικά να είναι αποκλειστικά απόφαση της ερευνητικής ομάδας: Επρεπε να αποτελεί διεπιστημονική απόφαση wildlife biologist + κτηνιάτρου + αρμόδιας αρχής περισυλλογής + αρμόδιας αρχής άγριας πανίδας.
Τι θα έπρεπε να είχε γίνει ιδανικά
Η υπόθεση αναδεικνύει ένα κενό διαδικασίας περισσότερο από μια περίπτωση εύκολης απόδοσης ευθυνών.
Μια ενδεδειγμένη αλληλουχία ενεργειών θα ήταν:
- Από την πρώτη αναγνώριση του σκύλου, ενημέρωση αρμόδιου δήμου και αρχή που εποπτεύει την άγρια ζωή
- Ταυτοποίηση, εφόσον ήταν δυνατή χωρίς όχληση, εάν πρόκειται πράγματι για αδέσποτο/εγκαταλειμμένο ζώο.
- Καθημερινή ή συχνή αξιολόγηση της σωματικής κατάστασης και συμπεριφοράς από το διαθέσιμο οπτικό υλικό.
- Προκαθορισμένα κατώτατα όρια παρέμβασης, π.χ. τραυματισμός, παρατεταμένη αδυναμία βάδισης, αιμορραγία, επαναλαμβανόμενος έμετος/διάρροια ή σοβαρή καταβολή.
- Προετοιμασία χαμηλής όχλησης περισυλλογής εφόσον ξεπεραστεί κάποιο όριο.
- Άμεση απομόνωση και λοιμωξιολογικός έλεγχος μετά τη σύλληψη, ώστε να προστατευθούν και άλλα σκυλιά και οι λύκοι.
- Εφόσον το ζώο πέθανε, νεκροψία–νεκροτομή και εργαστηριακός έλεγχος, εφόσον το πτώμα μπορούσε να ανακτηθεί με ασφάλεια.
Η αιτία θανάτου δεν ενδιαφέρει μόνο το ιστορικό του κουταβιού. Εάν υπήρχε λοιμώδες νόσημα, θα αποτελούσε δεδομένο επιδημιολογικής επιτήρησης της ίδιας της αγέλης λύκων.
Τι διδάσκει η συγκεκριμένη ιστορία για τη σχέση άγριας και οικόσιτης ζωής
Το σημαντικότερο ίσως μήνυμα της υπόθεσης δεν είναι ότι «οι λύκοι έχουν συναισθήματα σαν τους ανθρώπους» ούτε ότι «η φύση είναι σκληρή». Είναι πολύ πιο ενδιαφέρον επιστημονικά. Η περίπτωση δείχνει πόσο πορώδες έχει γίνει το όριο μεταξύ ανθρωπογενούς και άγριου οικοσυστήματος. Η αγέλη δεν ζούσε σε απομονωμένη άγρια αλλά, σύμφωνα με τον ερευνητή, σε γεωργικό μωσαϊκό ανάμεσα σε καλλιέργειες, κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις και ανθρώπινη δραστηριότητα. Στο ίδιο περιβάλλον υπήρχαν ελεύθερα σκυλιά και νεκρά κτηνοτροφικά ζώα που λειτουργούσαν ως πηγές τροφής.
Αυτό δημιουργεί ένα πραγματικό πρόβλημα υγείας καθώς λύκοι, σκύλοι, κτηνοτροφικά ζώα, παθογόνα και άνθρωποι μοιράζονται τον ίδιο χώρο. Επομένως, η διαχείριση δεν μπορεί να χωρίζει τεχνητά τον κόσμο σε «άγρια ζώα που δεν αγγίζουμε» και «κατοικίδια που σώζουμε».
Στο τέλος και συμπερασματικά η μη παρέμβαση δεν πρέπει να είναι αυτοματισμός. Πρέπει να είναι το αποτέλεσμα τεκμηριωμένης ανάλυσης κινδύνου. Και όταν ένα οικόσιτο κουτάβι εμφανίζει κλινικά σημεία δυνητικά απειλητικής νόσου μέσα σε αγέλη προστατευόμενων άγριων σαρκοφάγων, το επιστημονικό καθήκον δεν περιορίζεται πλέον στην παρατήρηση· περιλαμβάνει και την αξιολόγηση της δυνατότητας παρέμβασης. Αυτό προστατεύει και το σκυλί και τους λύκους.



