Επιστημονική, κτηνιατρική και δεοντολογική αξιολόγηση της μη παρέμβασης
Ξαφνικά βρήκαν μέσα στα ηλεκτρονικά καφενεία που ονομάζονται social media οι haters και οι lovers βρήκα πεδίο δόξης λαμπρό… Ένα λευκό κουτάβι που συμβιώνει με μία αγέλη λύκων, εγείρει αν μη τι άλλο συναισθήματα… Είναι όμως η τραγική κατάληξη αυτής τη ιστορίας που έφερε έναν ορυμαγδό απαξιωτικών αλλά και υποστηρικτικών σχολίων για την ομάδα Golden Jackal Canis aureus and Wolf Canis lupus – in Greece που έφερε στην επιφάνεια το γεγονός της συμβίωσης Λύκων με σκύλο. Ολο αυτό το παραλήρημα ανάγκασε την ομάδα αυτή που διαπρέπει στην παρατήρηση της άγριας ζωής να αποσύρει μαζί με οτιδήποτε σχετικό για αυτή την συνύπαρξη τις αναρτήσεις της. Εμεις στο News4pet αφήνουμε στην άκρη την ψυχοπαθολογία των haters και των lovers και πάμε στην ουσία. Θέλουμε οι αναγνώστες μας να προσεγγίζουν όλα τα ζητηματα από την άποψη της επιστήμης και όχχι από τις εικασίες, τις οιμωγές όσων ψάχνουν την ουσία της ζωής μέσα από τη διατύπωση της αποψάρας τους.
Το ερώτημα είναι τι κάνουμε ως κοινότητα νοημόνων όντων σε αυτή την περίπτωση.
Η υπόθεση λοιπόβ δεν επιδέχεται το απλοϊκό δίλημμα «σώζουμε έναν σκύλο ή αφήνουμε τη φύση να λειτουργήσει». Το λευκό κουτάβι δεν ήταν άγριο ζώο που υπέστη μια φυσική εξελικτική πίεση μέσα στο οικοσύστημα. Ήταν Canis lupus familiaris, δηλαδή οικόσιτος σκύλος, που για άγνωστο λόγο βρέθηκε μέσα στο ενδιαίτημα μιας αγέλης λύκων. Παράλληλα, όμως, η διάσωσή του δεν μπορούσε να γίνει αδιαφορώντας για την ασφάλεια μιας αναπαραγωγικής ομάδας άγριων λύκων με νεογνά.
Με βάση τα δημοσιοποιημένα στοιχεία, η επιστημονικά ισχυρότερη θέση λοιπόν που αντλήσαμε και σας μεταφέρουμε είναι η ακόλουθη:
Η μη άμεση απομάκρυνση του κουταβιού όσο ήταν κλινικά υγιές μπορεί να υποστηριχθεί ως προσωρινή επιλογή χαμηλής παρέμβασης, εφόσον υπήρχε συστηματική αξιολόγηση κινδύνου. Από τη στιγμή όμως που εμφανίστηκαν σαφείς ενδείξεις σοβαρής νόσησης —καταβολή, πιθανή επίμονη διάρροια και αδυναμία φυσιολογικής κίνησης— θα έπρεπε τουλάχιστον να ενεργοποιηθεί άμεσα επίσημο πρωτόκολλο διάσωσης/κτηνιατρικής αξιολόγησης από τις αρμόδιες αρχές.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ερευνητές όφειλαν να μπουν μόνοι τους στα καλαμπόκια για να αρπάξουν το ζώο ανάμεσα σε εννέα λύκους και έξι νεογνά. Η περιγραφή τους δείχνει ότι μια τέτοια αυτοσχέδια επιχείρηση θα μπορούσε πράγματι να δημιουργήσει σημαντικό κίνδυνο.
Σημαίνει όμως κάτι διαφορετικό: ότι μετά την αναγνώριση πιθανής σοβαρής νόσησης έπρεπε να μετατραπεί η υπόθεση από παθητική επιστημονική παρατήρηση σε οργανωμένη διαχείριση περιστατικού, με κτηνίατρο, αρμόδιο δήμο, δασική υπηρεσία/αρμόδιες υπηρεσίες άγριας πανίδας και ειδικούς στη σύλληψη ζώων να εκτιμούν εάν και πώς ήταν δυνατή μια επιχείρηση ελάχιστης όχλησης.
Τι ακριβώς συνέβη
Σύμφωνα με τις δημοσιευμένες πληροφορίες, το λευκό κουτάβι συμβίωσε με την οικογένεια λύκων τουλάχιστον περίπου 40 ημέρες και πιθανώς περισσότερο. Οι λύκοι φέρονται να το ανέχονταν, να το άφηναν να ακολουθεί την ομάδα και να του εξασφάλιζαν πρόσβαση σε τροφή και νερό. Ο όρος όμως «υιοθεσία» χρήζει επιστημονικής επιφύλαξης. Δεν γνωρίζουμε ότι συνέβη υιοθεσία με την ανθρώπινη ή ακόμη και την αυστηρά ζωολογική έννοια της μακροχρόνιας γονικής φροντίδας. Αυτό που τεκμηριώνεται από τις περιγραφές είναι ασυνήθιστα υψηλή διαειδική κοινωνική ανοχή και ενσωμάτωση ενός νεαρού σκύλου σε κοινωνική ομάδα λύκων. Οι λύκοι είναι εξαιρετικά κοινωνικά κυνοειδή και παρουσιάζουν υψηλό βαθμό συνεργασίας μέσα στην οικογενειακή τους ομάδα. Πειραματικές συγκρίσεις μάλιστα έχουν δείξει ότι οι λύκοι μπορούν υπό ορισμένες συνθήκες να επιδεικνύουν πολύ υψηλές ικανότητες κοινωνικής συνεργασίας. Η περίπτωση επομένως έχει πράγματι σημαντικό ηθολογικό ενδιαφέρον. Αυτό όμως δεν μετατρέπει αυτομάτως τον σκύλο σε «άγριο ζώο».
Το θεμελιώδες επιστημονικό λάθος που πρέπει να αποφευχθεί: ο σκύλος δεν έγινε λύκος
Σκύλος και λύκος είναι εξαιρετικά στενά συγγενικά κυνοειδή και μπορούν ακόμη και να αναπαραχθούν μεταξύ τους παράγοντας γόνιμους απογόνους. Η βιβλιογραφία τεκμηριώνει εκτεταμένη ιστορική γονιδιακή ροή μεταξύ σκύλων και λύκων. Ωστόσο, χιλιάδες χρόνια εξημέρωσης έχουν τροποποιήσει σημαντικά τη συμπεριφορική οικολογία του σκύλου. Ακόμη και όταν λύκοι και σκύλοι μεγαλώνουν υπό συγκρίσιμες συνθήκες, εμφανίζουν διαφορές στην κοινωνικότητα, στη διερεύνηση του περιβάλλοντος και στην ανθρώπινη κατεύθυνση της συμπεριφοράς. Επομένως, το γεγονός ότι ένα κουτάβι κατάφερε προσωρινά να ενταχθεί σε αγέλη δεν σημαίνει ότι απέκτησε οικολογικά το status άγριου λύκου ούτε ότι η καλύτερη στρατηγική ευζωίας του ήταν υποχρεωτικά να παραμείνει εκεί εφ’ όρου ζωής.
Υπήρχε λόγος να απομακρυνθεί ακόμη και πριν αρρωστήσει;
Εδώ η απάντηση είναι πιο σύνθετη. Η παραμονή ενός ελεύθερα διαβιούντος οικόσιτου σκύλου μέσα σε αναπαραγωγική ομάδα λύκων δημιουργεί τουλάχιστον τρεις αντικειμενικούς κινδύνους για την άγρια πανίδα. Πρώτον, υπάρχει ο κίνδυνος μετάδοσης λοιμωδών νοσημάτων. Τα οικόσιτα ή ελεύθερα περιφερόμενα σκυλιά μπορούν να λειτουργήσουν ως γέφυρα μετάδοσης παθογόνων προς άγρια σαρκοφάγα. Η World Organisation for Animal Health επισημαίνει ότι ελεύθερα διαβιούντα κυνοειδή μπορούν να αποτελούν πηγή του canine distemper virus, ενώ παρβοϊοί μπορούν επίσης να μεταδίδονται μεταξύ οικόσιτων και άγριων ζώων. Η σχετική βιβλιογραφία θεωρεί τα ελεύθερα διαβιούντα κατοικίδια ζώα σημαντικό δυνητικό κίνδυνο για την άγρια πανίδα μέσω λοιμώξεων, ανταγωνισμού και άλλων αλληλεπιδράσεων. Αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην υπόθεση του κουταβιού: διάρροια και βαριά καταβολή μπορούν να είναι συμπτώματα λοιμωδών νοσημάτων, μεταξύ πολλών άλλων πιθανών αιτίων. Χωρίς νεκροψία και εργαστηριακές εξετάσεις δεν επιτρέπεται να ισχυριστούμε ότι το κουτάβι πέθανε από παρβοΐωση, μόρβα ή οποιαδήποτε συγκεκριμένη νόσο. Το αντίθετο θα ήταν επιστημονικά αβάσιμο. Αλλά ακριβώς επειδή δεν γνωρίζουμε την αιτία, η πιθανότητα λοιμώδους νοσήματος έπρεπε να αποτελεί μέρος της αξιολόγησης κινδύνου και για τους λύκους.
Ο δεύτερος κίνδυνος: υβριδισμός σκύλου–λύκου
Η παρουσία ενός σκύλου μέσα σε οικογένεια λύκων δεν αποτελεί μόνο ζήτημα ευζωίας του σκύλου. Ο ανθρωπογενής υβριδισμός λύκου και σκύλου αναγνωρίζεται στην ευρωπαϊκή βιβλιογραφία διατήρησης ως σοβαρό ζήτημα, επειδή μπορεί να εισαγάγει γονίδια οικόσιτων σκύλων στους άγριους πληθυσμούς λύκων. Η Σύμβαση της Βέρνης έχει μάλιστα ζητήσει μέτρα για τη μείωση των ελεύθερα περιφερόμενων σκύλων και την πρόληψη και αντιμετώπιση του υβριδισμού λύκου–σκύλου. Υπάρχουν ήδη γενετικά δεδομένα που επιβεβαιώνουν ότι η διασταύρωση συμβαίνει σε ευρωπαϊκούς πληθυσμούς λύκων. Άρα, από αυστηρά σκοπιά διατήρησης, η μακροχρόνια παραμονή ενός σεξουαλικά ώριμου στο μέλλον σκύλου μέσα σε αγέλη λύκων δεν θα ήταν επιθυμητή κατάσταση. Το κουτάβι ήταν ακόμη μικρό, συνεπώς δεν υπήρχε άμεσος κίνδυνος αναπαραγωγής. Υπήρχε όμως ισχυρός λόγος να υπάρχει εκ των προτέρων σχέδιο απομάκρυνσής του πριν φθάσει σε αναπαραγωγική ηλικία.
Το τρίτο ζήτημα: η ευζωία του ίδιου του κουταβιού
Ένα ζώο μπορεί να φαίνεται κοινωνικά ενσωματωμένο και ταυτόχρονα να βρίσκεται σε περιβάλλον υψηλού βιολογικού κινδύνου. Ένα νεαρό αδέσποτο σκυλί μπορεί να είναι: ανεμβολίαστο, μη αποπαρασιτωμένο, υποσιτισμένο, εκτεθειμένο σε υψηλά παρασιτικά φορτία, εκτεθειμένο σε λοιμώξεις και χωρίς δυνατότητα κτηνιατρικής φροντίδας. Δεν γνωρίζουμε ότι το συγκεκριμένο κουτάβι είχε οποιοδήποτε από αυτά. Γνωρίζουμε όμως ότι τελικά παρουσίασε έντονη καταβολή, διάρροια και δυσκολία κίνησης. Από κτηνιατρική άποψη, ο συνδυασμός σοβαρής διάρροιας και καταβολής σε κουτάβι αποτελεί κατάσταση που μπορεί να οδηγήσει γρήγορα σε αφυδάτωση, διαταραχές ηλεκτρολυτών, υπογλυκαιμία και κυκλοφορική κατάρρευση. Επομένως δεν πρόκειται απλώς για ένα άγριο ζώο που «φαινόταν λίγο κουρασμένο».
Το κρίσιμο σημείο της υπόθεσης: πότε έγινε αντιληπτή η ασθένεια;
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο πραγματικό ερώτημα. Ο Θεόδωρος Κομηνός εξήγησε ότι όταν καταγράφηκε το επίμαχο βίντεο το κουτάβι παρατηρήθηκε μόνο περίπου δέκα λεπτά. Η νωθρότητά του δεν θεωρήθηκε αρχικά παθολογική επειδή υπήρχαν υψηλές θερμοκρασίες και αντίστοιχη αδράνεια είχε παρατηρηθεί στα λυκόπουλα. Τα σημάδια στο οπίσθιο μέρος του σώματος θεωρήθηκαν αρχικά πιθανώς κοπριές βοοειδών. Την επόμενη ημέρα, αφού επανεξετάστηκε το βίντεο, ζητήθηκε η γνώμη κτηνιάτρου, ο οποίος ανέφερε ότι θα μπορούσε να πρόκειται για διάρροια. Η ομάδα επέστρεψε στην περιοχή τρεις ημέρες αργότερα. Δεν είναι επιστημονικά δίκαιο να ισχυριστούμε ότι οι ερευνητές γνώριζαν ότι το κουτάβι πέθαινε και απλώς το κινηματογραφούσαν. Από τα διαθέσιμα στοιχεία αυτό δεν προκύπτει.
Η άλλη πλευρά
Από τη στιγμή που την επόμενη ημέρα κτηνίατρος έθεσε ως πιθανότητα τη διάρροια, το κατώφλι ανησυχίας έπρεπε να ανέβει δραματικά. Κατά την εκτίμησή μας, εδώ βρίσκεται το πιο αδύναμο σημείο της διαχείρισης και τίθεται το μεγάλο ερώτημα.
Έπρεπε λοιπόν να μπουν οι ερευνητές στην αγέλη και να πάρουν το σκυλί;
Η απάντηση είναι κατηγορηματική και είναι ένα τεράστιο και κατηγορηματικό ΟΧΙ. Και εδώ η θέση του ερευνητή Θεόδωρου Κομηνού έχει σημαντική επιστημονική βάση. Σύμφωνα με τον ίδιο, μετά από μεγάλη πυρκαγιά οι λύκοι είχαν εγκαταλείψει την περιοχή της φωλιάς και κινούνταν μέσα σε πυκνές καλλιέργειες. Η ομάδα αριθμούσε περίπου εννέα λύκους και έξι νεογνά. Μια επιχείρηση θα απαιτούσε προσωπικό, κτηνίατρο, οχήματα και αναζήτηση σε ιδιωτικές καλλιέργειες με πολύ περιορισμένη ορατότητα. Η διεθνής δεοντολογία έρευνας άγριων ζώων απαιτεί οι παρεμβάσεις να αξιολογούνται ως προς την προκαλούμενη όχληση και το συνολικό welfare cost. Η έρευνα σε άγρια θηλαστικά δεν μπορεί να αντιμετωπίζει τη σύλληψη ως ουδέτερη διαδικασία: σύλληψης-συγκράτησης και χειρισμού. Αυτές οι καταστάσεις αποτελούν από μόνες τους επεμβάσεις που απαιτούν σχεδιασμό και αξιολόγηση κινδύνου. Μια αυτοσχέδια καταδίωξη ενός κουταβιού μέσα σε μία αγέλη με μικρά θα μπορούσε:
-να διασπάσει προσωρινά την αγέλη,
-να προκαλέσει εγκατάλειψη περιοχής ανάπαυσης,
-να εκθέσει τη θέση των λύκων σε τρίτους,
-να αυξήσει τον κίνδυνο σύγκρουσης ανθρώπου–λύκου
-να θέσει σε κίνδυνο το ίδιο το κουτάβι κατά την καταδίωξη.
Άρα δεν μπορεί να απαιτείται από τους ερευνητές μια άμεση αυτοσχέδια σύλληψη.
Αυτό όμως δεν σημαίνει «καμία παρέμβαση»
Εδώ βρίσκεται η ουσία. Η επιλογή δεν ήταν δυαδική, δηλαδή είτε εισβάλλουμε στην αγέλη και παίρνουμε το κουτάβι είτε δεν κάνουμε το παραμικρό. Μήπως λοιπόν έπρεπε να πάρουμε την επιλογή Γ: Δηλαδή να υλοποιήσουμε ένα θεσμικό σχέδιο διάσωσης με ελάχιστη όχληση. Ποιο είναι αυτό το σχέδιο; Παρακολούθηση από ασφαλή απόσταση ώστε να εντοπιστεί στιγμή κατά την οποία το κουτάβι απομακρύνεται από τους λύκους, χρήση κατάλληλης παγίδας/κλωβού σε σημείο που επισκεπτόταν το ζώο, παρουσία εκπαιδευμένου συνεργείου περισυλλογής, τηλεκαθοδηγούμενη ή φαρμακευτική σύλληψη μόνο αν κτηνιατρικά και επιχειρησιακά ενδείκνυτο, ή αξιοποίηση της επαφής που, σύμφωνα με τους ερευνητές, είχε αρχίσει να αναπτύσσει με άλλα σκυλιά. Οι ίδιοι ανέφεραν ότι τις τελευταίες εβδομάδες το κουτάβι πλησίαζε αδέσποτα ή ημιδεσποζόμενα σκυλιά σε σημεία τροφής. Δεν μπορούμε από απόσταση να πούμε ότι κάποια από αυτές τις μεθόδους θα πετύχαινε. Μπορούμε όμως να πούμε ότι έπρεπε να αξιολογηθεί. Ωστόσο ουδέν συνέβη.



