Στην ανάγκη επαναπροσδιορισμού της σχέσης του Χριστιανισμού με το ζωικό βασίλειο επικεντρώθηκε η εισήγηση του Δρ. Ηρακλή Καραμπάτου στο Συμπόσιο της ΠΦΠΟ. Ενώ οι σύγχρονες ηθικές θεωρίες —από τον ωφελιμισμό έως την αρετοκρατία— αναγνωρίζουν καθολικά τα ζώα ως ηθικά υποκείμενα, η χριστιανική ηθική σκέψη παραμένει εγκλωβισμένη σε έναν άκαμπτο ανθρωποκεντρισμό.
Ο ομιλητής ανέλυσε τις δύο βασικές αιτίες αυτής της υστέρησης: την παραδοσιοκρατία της Αγίας Γραφής και τον επιμεικτικό χαρακτήρα της χριστιανικής ηθικής. Ειδικότερα, ερμηνείες χωρίων όπως το Γένεσις 1.26, που παρουσιάζουν τον άνθρωπο ως απόλυτο «εξουσιαστή» της κτίσης, οδήγησαν στην ιστορική υποανάπτυξη της συμπόνιας προς τα ζώα, παρά τις κατά καιρούς φωτεινές πατερικές εξαιρέσεις. Ωστόσο, στην εποχή της Ανθρωποκαίνου —όπου η κλιματική κρίση, η καταστροφή των οικοσυστημάτων και ο βάναυσος εγκλεισμός των ζώων σε εργαστήρια και μονάδες εκτροφής απειλούν τον πλανήτη— η Εκκλησία καλείται να μετατοπίσει το κέντρο βάρους της από την «κυριαρχία» στην «ευθύνη».
Παράλληλα, εξετάζοντας την αρετολογική συνιστώσα της χριστιανικής παράδοσης, ο κ. Καραμπάτος υπογράμμισε μια θεμελιώδη αντίφαση: η έννοια της ηθικής αγάπης εφαρμόζεται επιλεκτικά, αποκλείοντας τα μη ανθρώπινα ζώα και απουσιάζοντας παντελώς από τη θρησκευτική εκπαίδευση. Η αδιαφορία απέναντι στον ζωικό πόνο δεν αποτελεί απλώς μια παράλειψη, αλλά συνδέεται άμεσα με το κλασικό θεολογικό πρόβλημα του κακού. Αν ο πόνος των ζώων στερείται ηθικής σημασίας, η εκτεταμένη οδύνη της δημιουργίας καθίσταται σκανδαλώδης.
Καταλήγοντας, ο Δρ. Καραμπάτος επεσήμανε ότι εάν ο θεσμικός Χριστιανισμός επιθυμεί να διατηρήσει τη φιλοσοφική και θεολογική του συνοχή απέναντι στις σύγχρονες προκλήσεις, οφείλει να προχωρήσει σε μια γενναία «αρεταϊκή αναπροσαρμογή». Η άνευ όρων αναγνώριση ηθικών δικαιωμάτων στα ζώα και η ένταξή τους στην ηθική κοινότητα δεν αποτελεί θεωρητική πολυτέλεια, αλλά επιτακτική πράξη δικαιοσύνης.
ΟΛΟΚΛΗΡΗ Η ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ κ. ΚΑΡΑΜΠΑΤΟΥ
Χαρτογραφώντας τα Όρια Μεταξύ Ηθικής και Θεολογικής Σκέψης:
Τα Ζώα ως Ηθικά Υποκείμενα
Σήμερα, η συντριπτική πλεονότητα των ηθικών θεωριών ‒ αν όχι όλες ‒ συμφωνούν ότι τα ζώα αποτελούν ηθικά υποκείμενα: από τον ωφελιμισμό του J. Bentham (κατά τον οποίο το μόνο πράγμα που έχει σημασία είναι εάν τα ζώα μπορούν να υποφέρουν και όχι εάν συλλογίζονται ή εάν μιλάνε) έως την αρετοκρατία της Rosalind Hursthouse υπάρχει σύφωνία ότι έχουμε ηθικές υποχρεώσεις απέναντί τους. Σε αυτή την τάση υπήρξε και μία εξαίρεση: ο Καντ, ο οποίος αρνήθηκε την ιδέα των ηθικών υποχρεώσεων μας απέναντί τους ως «αντίφαση εν τοις όροις». Ακόμη όμως και μια αυστηροκρατική ηθική θεωρία, όπως αυτή του Καντ, επιδέχεται σήμερα ερμηνειών που παρουσιάζουν ως καθήκον τη φροντίδα των ζώων, όπως είναι η ερμηνεία της Christine Korsgaard.
Υπάρχει ένα ερώτημα: γιατί αυτή η τάση που αποτυπόνεται σε όλο το φάσμα των ηθικών θεωριών μας έχει επηρεάσει πολύ λίγο (έως καθόλου) τον τρόπο που ο Χριστιανισμός βλέπει τα ζώα και την ένταξή τους στη χριστιανική ηθική; Υπάρχουν δύο αιτιάσεις για το φαινόμενο αυτό, η πρώτη προτείνει ως αίτιο το παραδοσιοκρατικό υπόβαθρο του χριστιανισμού, υπόβαθρο που γενεαλογείται από τα αγιογραφικά χωρία, καθώς και μία πιο θεωρητική αιτία, που σχετίζεται με τον επιμεικτικό χαρακτήρα της χριστιανικής ηθικής.
Παραδοσιοκρατία και Αγία Γραφή
Η χριστιανική παράδοση δεν είναι απολύτως ομοιογενής: πατερικές μορφές όπως ο Κάλλιστος Ware διατύπωσαν μια ιδιαίτερα διευρυμένη αντίληψη της συμπόνιας, δείγμα του ότι η ένταξη των ζώων στην ηθική κοινότητα δεν αποτελεί κάτι επείσακτο προς τον Χριστιανισμό, αλλά δυνατότητα που παρέμεινε ιστορικά υποανάπτυκτη. Πoλλά από τα προβλήματα γενεαλογούνται από τις ερμηνευτικές προσεγγίσεις της Γραφής: η Γένεση μας δίνει έναν καλό λόγο για να θεωρήσουμε τον εαυτό μας ως την «κορωνίδα» της δημιουργίας που μπορεί να οδηγεί το περιβάλλον και τα ζώα στα όριά τους για την ευημερία μας. Δείτε για παράδειγμα το χωρίο 1.26 της Γενέσεως, όπου ο άνθρωπος παρουσιάζεται ως «εξουσιαστής των ψαριών της θάλασσας, των πτηνών του ουρανού[…]» και των ζώων γενικότερα. Μέχρι σήμερα το χωρίο αυτό δεν είχε απολύτως κανένα πρόβλημα στην ερμηνεία του. Δεν ήταν δηλαδή ένα από εκείνα τα χωρία που έπρεπε να ερμηνευτούν «κατ΄έννοια», όπως εκείνα που σχετίζονται με την ηλικία της Γης, αυτά που τοποθετούσαν τη Γη στο κέντρο του σύμπαντος ή αυτά που παρουσίαζαν την Εύα ως υποπροϊόν του ανδρικού σώματος. Από αυτό το αγιογραφικό χωρίο γενεαλογείται και ένα μεγάλο μέρος της παρεξήγησης, άλλωστε, κατά την οποία ο Χριστιανισμός παρουσιάζει τα ζώα υπό ένα καρτεσιανό πρίσμα, σαν να μην έχουν ψυχή. Το πλήρωμα του χρόνου θέτει πλέον αυτό το χωρίο αντιμέτωπο με ένα νέο στοιχείο: τη διαφαινόμενη καταστροφή του πλανήτη, τη μόλυνση των υδάτων, την εκχέρσωση εκατομμυρίων τετραγωνικών χιλιομέτρων, τις ζωονόσους, τον βασανισμό των ζώων κ.ο.κ.
Η ανθρωπόκαινος συνιστά ίσως τη σημαντικότερη ιστορική δοκιμασία για τον παραδοσιακό ανθρωποκεντρισμό. Για πρώτη φορά ένα είδος απέκτησε τη δυνατότητα να μεταβάλει τις συνθήκες ζωής ολόκληρου του πλανήτη. Εφόσον η ανθρώπινη ισχύς έχει λάβει τέτοιες διαστάσεις, η χριστιανική ηθική καλείται να μετατοπίσει το κέντρο βάρους της από την κυριαρχία προς την ευθύνη. Ίσως να ήρθε η ώρα να ερμηνεύσουμε και αυτό το χωρίο κατ΄έννοια, όχι απλώς με την ιδέα να παρουσιαστεί ο άνθρωπος ως «προσεκτικός οικονόμος του κόσμου», αλλά ως ισότιμο μέλος με τα υπόλοιπα «οικεία πλάσματα».
Ο Επιμεικτικός Χαρακτήρας της Χριστιανικής Ηθικής
Κάθε θρησκεία αφιερώνει ένα σκέλος της στο πώς πρέπει να ζήσουμε αυτή τη ζωή. Το πεδίο αυτό αποκαλείται «ηθική». Η χριστιανική ηθική συγκροτείται από τουλάχιστον 3 είδη ηθικών παραδόσεων: την αρετοκρατία, την θεωρία της ηθικής επιταγής και τη δεοντοκρατία[1]. Θα ήθελα να αναφερθώ μόνο στην πρώτη από τις ηθικές συνιστώσες του Χριστιανισμου, στην αρετολογική του συνιστώσα, καθώς θεωρώ ότι αυτή συνιστά ιστορικά την κυρίαρχη και βαθύτερη παράδοση της χριστιανικής ηθικής σκέψης, όπως αυτή διαμορφώθηκε από σημαντικούς Πατέρες της Εκκλησίας, όπως ο Ιερός Αυγουστίνος και ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Στην αρετολογική αυτή προσέγγιση, το κέντρο βάρους δεν βρίσκεται πρωτίστως στην τήρηση κανόνων ή στην εκπλήρωση καθηκόντων, αλλά στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του ανθρώπου μέσω της καλλιέργειας αρετών, οι οποίες τον οδηγούν σταδιακά προς την ηθική τελείωση.
Οι αρετολογικές θεωρίες έχουν να απαντήσουν σε πολλά προβλήματα, όπως το γιατί κάτι συνιστά αρετή και κάτι άλλο όχι ή το πρόβλημα των «ηθικών συγκρούσεων», όπου σε ορισμένες περιστάσεις δύο ή περισσότερες αρετές συγκρούονται μεταξύ τους, έτσι ώστε η εκπλήρωση της μίας να συνεπάγεται αναγκαστικά την παραβίαση της άλλης. Η χριστιανικού τύπου αρετοκρατία έχει όμως να αντιμετωπίσει κι άλλο ένα πρόσθετο πρόβλημα: τον έντονα ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα της, καθώς η ηθική της μέριμνα ιστορικά περιορίζεται αποκλειστικά στον άνθρωπο, αφήνοντας τα μη ανθρώπινα ζώα εκτός του πεδίου της ηθικής κοινότητάς της. Έτσι η έννοια της της αγάπης, της caritas, της ηθικής αγάπης του Ιερου Αυγουστίνου εφαρμόζεται επιλεκτικά.
Το πρόβλημα, βέβαια, εντείνεται ακόμη περισσότερο αν αναλογιστούμε ότι ο Χριστιανισμός όχι μόνο αποφεύγει να εντάξει με σαφήνεια και συνέπεια τη φιλοζωία στο σώμα των αρετών που προβάλλει, αλλά συχνά αφήνει να διαχυθεί η εντύπωση ότι η ανθρώπινη εκμετάλλευση των ζώων είναι ηθικά επιτρεπτή, αν όχι και θεμιτή. Και εδώ, κατά τη γνώμη μου, βρίσκεται η πιο σκοτεινή πλευρά του ζητήματος. Πόσο συμβατό είναι με το χριστιανικό ιδεώδες της αρετής να υποβάλλονται ζώα σε πολύμηνο ή πολυετή εγκλεισμό και ταλαιπωρία σε εργαστήρια ή σε εντατικές μονάδες εκτροφής; Πόσο συμβατό είναι με την καλλιέργεια της συμπόνιας και της αγάπης να απουσιάζει σχεδόν ολοκληρωτικά κάθε προβληματισμός για τα ζώα και τη σχέση μας μαζί τους από τη θρησκευτική εκπαίδευση[2]; Η απάντηση, κατά τη γνώμη μου, είναι σαφής: καθόλου. Εάν η αρετή συνίσταται στην καλλιέργεια ενός χαρακτήρα που ανταποκρίνεται με ευαισθησία στον πόνο και την ευαλωτότητα των άλλων όντων, τότε η αδιαφορία απέναντι στα ζώα δεν μπορεί να θεωρηθεί αρετή, αλλά μάλλον ηθική παράλειψη.
Επίλογος
Εάν πράγματι ο ιδρυματικός Χριστιανισμός επιδιώκει να συγκροτήσει μία ηθική θεωρία που να απαντά και να μην αποκρύπτει, αν δεν εντάξει τα ζώα σε αυτή τότε η ηθική θεωρία του θα αποδειχθεί θνησιγενής. Διότι με αυτόν τον τρόπο θα συνεχίζει να θριαμβεύει μια θεμελιώδης αντινομία: τα ζώα μπορούν να υποφέρουν και αυτό θα καθιστά σκανδαλώδη την επιλογή του Θεού να τα δημιουργήσει με αυτόν τον τρόπο, εάν πράγματι τα προόριζε για να τα εκμεταλλευτούμε. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι η συζήτηση για τα ζώα δεν αφορά μόνο τη φιλοζωία αλλά και το κλασικό θεολογικό πρόβλημα του κακού. Εάν ο πόνος των ζώων στερείται ηθικής σημασίας, τότε καθίσταται δυσκολότερο να εξηγηθεί γιατί η δημιουργία περιλαμβάνει τόσο εκτεταμένη οδύνη. Αντιθέτως, η αναγνώριση των ζώων ως αντικειμένων ηθικής μέριμνας καθιστά τη θεολογική προβληματική πιο συνεκτική, καθώς επιτρέπει να αντιμετωπιστεί ο ζωικός πόνος ως πραγματικό ηθικό γεγονός και όχι ως αδιάφορο φυσικό συμβάν. Η χριστιανική ηθική πρέπει να απαντήσει σε αυτό το ζήτημα. Αυτό μπορεί να το πετύχει με μία έντιμη «αρεταϊκή αναπροσαρμογή», δηλαδή μέσω της επανεξέτασης όσων ενεργειών κατατάσσει στις αρετές της και να ενττάξει σε αυτές άνευ όρων την ιδέα επίδοσης ηθικών δικαιωμάτων στα ζώα. Εάν η χριστιανική ηθική επιθυμεί να διατηρήσει τη φιλοσοφική και θεολογική της συνοχή απέναντι στις σύγχρονες ηθικές προκλήσεις, οφείλει να επανεξετάσει τη θέση των ζώων στο ηθικό της πλαίσιο. Η διεύρυνση της ηθικής κοινότητας ώστε να περιλαμβάνει τα μη ανθρώπινα ζώα δεν συνιστά απλώς μια θεωρητική αναπροσαρμογή, αλλά μια αναγκαία απάντηση στο ζήτημα του της ευθύνης και της δικαιοσύνης.
[1] Εντελώς ακροθιγώς: Η αρετοκρατία είναι η ηθική θεωρία που δίνει έμφαση στη διαμόρφωση ενάρετου χαρακτήρα, θεωρώντας ότι η ηθική πράξη πηγάζει από τις αρετές του ανθρώπου. Η δεοντοκρατία είναι η ηθική θεωρία που αξιολογεί τις πράξεις με βάση τη συμμόρφωσή τους προς καθολικές αρχές και καθήκοντα, ανεξάρτητα από τις συνέπειές τους. H Θεωρία της Θείας Επιταγής υποστηρίζει ότι μια πράξη είναι ηθικά σωστή επειδή ορίζεται ως τέτοια από τον Θεό.
[2]Από τα έξι βιβλία θρησκευτικών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, σε κανένα δεν αφιερώνεται χώρος για την πραγμάτευση αυτού του κρίσιμου ζητήματος.



